ΚΑΤΑΓΜΑΤΑ ΤΗΣ ΔΙΑΦΥΣΗΣ ΤΟΥ ΒΡΑΧΙΟΝΙΟΥ
ΚΑΙ ΕΞΩΤΕΡΙΚΗ ΟΣΤΕΟΣΥΝΘΕΣΗ

Κ. Καζάκος, Δ. Βερέττας, Α. Βερβερίδης, Χ. Μπογιατζής, Σ. Χαρπαντίδης.


Το κάταγμα της διάφυσης του βραχιονίου είναι το κάταγμα εκείνο όπου ο χειρουργός έχει ένα ευρύ φάσμα επιλογών σε ό,τι αφορά την αντιμετώπισή του. Η κλασική αντιμετώπιση είναι η συντηρητική, λόγω του υψηλού ποσοστού πώρωσης και του χαμηλού ποσοστού επιπλοκών (Andre 1984, Zinghi 1988, Langeberg 1987). Εν τούτοις, η χειρουργική αντιμετώπιση είναι προτιμότερη σε μερικές περιπτώσεις, όπως στα ανοικτά κατάγματα, στα ασταθή κατάγματα, στους πολυτραυματίες και πολυκαταγματίες, στους υπερήλικες χωρίς κοινωνικό περιβάλλον και στους παχύσαρκους. Μία από τις προτεινόμενες χειρουργικές μεθόδους είναι η ανάταξη και η ακινητοποίηση με εξωτερικό οστεοσυνθέτη.
Σκοπός της εργασίας είναι η μεταφορά της εμπειρίας μας σε ό,τι αφορά την αξιολόγηση αυτής της μεθόδου, στην αντιμετώπιση των καταγμάτων της διάφυσης του βραχιονίου.

ΥΛΙΚΟ - ΜΕΘΟΔΟΣ

Στην κλινική μας αντιμετωπίσαμε με αυτήν τη μέθοδο 21 ασθενείς. 14 ήσαν άνδρες και 7 γυναίκες. Η ηλικία τους κυμαίνετο από 19 ετών μέχρι 84 ετών, με μέσο όρο 43,8 έτη. 2 αφορούσαν παθολογικά κατάγματα, 7 ήσαν πολυτραυματίες ή πολυκαταγματίες, εκ των οποίων τα 4 ήσαν ανοικτά, 11 ήσαν κλειστά κατάγματα και σε μία περίπτωση το κάταγμα αντιμετωπίστηκε κατ' αρχήν με ανοικτή ανάταξη και οστεοσύνθεση με πλάκα, αλλά λόγω χαλάρωσης των υλικών χρησιμοποιήθηκε ως αλλαγή μεθόδου. Σε ό,τι αφορά τα παθολογικά κατάγματα, έγινε μια απλή σταθεροποίηση για καλύτερη ποιότητα ζωής. Στα ανοικτά κατάγματα, έγινε προσπάθεια ανατομικής ανάταξης, και σε ό,τι αφορά τα κλειστά κατάγματα, πρέπει να τονίσουμε ότι η ανάταξη έγινε κλειστά. Οι ασθενείς μετά την έξοδό τους από το νοσοκομείο, παρακολουθούντο κλινικά και ακτινολογικά ανά μήνα στα Εξωτερικά Ιατρεία όπου και αφαιρείτο η εξωτερική οστεοσύνθεση κατά το τέλος της θεραπείας των.

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ

Από τα 21 κατάγματα, πωρώθησαν με αυτή τη μέθοδο και χωρίς καμία άλλη παρέμβαση τα 12 (ποσοστό 62%). Σε έναν ασθενή χρειάστηκε η τοποθέτηση οστικών μοσχευμάτων σε δεύτερο χρόνο, χωρίς αλλαγή της μεθόδου.
Ο χρόνος πώρωσης κυμάνθηκε από 10 βδομάδες μέχρι 28 βδομάδες με μέσο όρο 16 βδομάδες. Σε 7 ασθενείς χρειάστηκε αλλαγή μεθόδου. Στους 3 από αυτούς έγινε ανοικτή ανάταξη και οστεοσύνθεση με συμπιεστική πλάκα και τοποθέτηση μοσχευμάτων λόγω καθυστερημένης πώρωσης. Στους υπόλοιπους 4 ασθενείς, αναπτύχθηκε φλεγμονή στις βελόνες και χρειάστηκε η πρόωρη αφαίρεση του εξωτερικού οστεοσυνθέτη και αλλαγή της μεθόδου.
Δυσκαμψία του ώμου και του αγκώνα δεν παρατηρήθηκε σε κανέναν ασθενή.

ΣΥΖΗΤΗΣΗ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Στη διεθνή βιβλιογραφία, οι απόψεις σε ό,τι αφορά την αντιμετώπιση των καταγμάτων της διάφυσης του βραχιονίου με εξωτερικό οστεοσυνθέτη διίστανται. Πολλοί είναι οι συγγραφείς που συγκλίνουν στην άποψη ότι η εξωτερική οστεοσύνθεση πρέπει να εφαρμόζεται σε πρώτη φάση και εν συνεχεία να αφαιρείται και να συνεχίζεται η θεραπεία με λειτουργικό γύψο. Επίσης η παρατεταμένη ακινητοποίηση με εξωτερική οστεοσύνθεση, μπορεί να είναι λόγος καθυστερημένης πώρωσης (Choong και συν. 1988). Τονίζεται επίσης και το πρόβλημα της φλεγμονής των βελονών (Zinghi 1988, Costa 1991, Lawrence 1988). Σε ό,τι αφορά τη δική μας εμπειρία, η εξωτερική οστεοσύνθεση δεν απέφερε πάντα τα ζητούμενα αποτελέσματα, με προεξάρχον πρόβλημα τη φλεγμονή των βελονών όπου μας ανάγκασε στην αλλαγή της μεθόδου. Το ποσοστό έφτασε το 19% που δεν είναι καθόλου ευκαταφρόνητο, ενώ το ποσοστό αποτυχίας της μεθόδου ανέρχεται στο 33%.
Συμπερασματικά πιστεύουμε ότι η αντιμετώπιση αυτών των καταγμάτων με εξωτερική οστεοσύνθεση είναι μία σχετικά απλή μέθοδος, αλλά τα αποτελέσματα δεν είναι πάντα τα επιθυμητά. Για τον λόγο αυτό η μέθοδος αυτή πρέπει να εφαρμόζεται με αυστηρά κριτήρια και όχι σαν μέθοδος ρουτίνας.


Επιστροφή στην αρχική σελίδα Επιστροφή στη σελίδα περιεχομένων
Επιμέλεια σελίδας: Χρήστος Μπογιατζής
orthoalexpgna@gmail.com